Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

Εγώ στο σπίτι μου από Υδρόχρωμα αναπνέω καλύτερα



Αν ανάψεις ένα κερί σε ένα σκοτεινό δωμάτιο
περιμένεις το φως του να ταξιδέψει και στην πιο παραμελημένη γωνία
Αν δοκιμάσεις να ζεστάνεις το χέρι σου
το μισό και βάλε δωμάτιο θα ξαναβυθιστεί στο σκοτάδι
Αν πάλι τοποθετήσεις το χέρι σου σε απόσταση αναπνοής από τον τοίχο
η σκιά που θα σχηματιστεί σε αυτόν δεν θα είναι ούτε το μισό του χεριού σου

Όταν ήμουν 4 ετών είχα ένα τικ με την μύτη μου
την ρουφούσα συνέχεια με ή χωρίς μύξες
Όταν ήμουν 6 ετών είχα φάει σκάλωμα με το πώς ο οργανισμός μας επιτελεί βασικές λειτουργίες του στον αυτόματο πιλότο
καταλήγοντας να σκέφτομαι την κατάπωση και την αναπνοή μου συνεχώς
Όταν ήμουν 9 ετών σκεφτόμουν με μεγάλα φωτεινά γράμματα την ορθογραφία κάθε λέξης που πρόφερα ή άκουγα
Όταν ήμουν 10 ετών δεν προσπερνούσα καμιά πινακίδα χωρίς να διαβάσω τι λέει
και αν το έκανα έφτανα σε σημείο να γυρίσω πίσω για να την διαβάσω
Τώρα που μεγάλωσα και πάω μόνη μου στον οδοντίατρο
προσπαθώ να λήξω αν η εμμονή μου με το να μην αφήνω πουθενά σκουπίδια
έχει ιδεολογικό περιεχόμενο ή στίγματα χαριτωμένου ψυχαναγκασμού
Τελευταία έχω ένα άλλο πρόβλημα όμως
δεν μπορώ να πηδηχτώ χωρίς να σκέφτομαι την φάτσα σου, Μαλάκα
Ατυχές παράδειγμα;
Ε κάτι θα θέλει να πει ο ποιητής, μάλλον
αλλά του έχει σφηνώσει μια πέτρα στο λαρύγγι και δεν μπορεί να βγάλει άχνα
θαρρείς και πριν που μιλούσε τον άκουγες
Για να ακουστείς
πρέπει είτε να είσαι το χέρι δίπλα στην φωτιά είτε η ίδια η φωτιά
κι εγώ την βρίσκω με το κρύο και τα χέρια μου είναι πάντα παγωμένα
κι εγώ είμαι ζώδιο του αέρα και πολύ ασταθής για να αυτοπυρποληθώ
Κι εγώ ξύπνησα το πρωί και αντί να μην σηκώνομαι από το κρεβάτι επειδή σε σκέφτομαι κάτω από τα παπλώματα
δεν σηκωνόμουν από το κρεβάτι γιατί η θέα που μου προσέφερε το ταβάνι ήταν καλύτερη της φάτσας που θα αντίκριζα στον καθρέφτη του μπάνιου
Τελικά σηκώθηκα για να βάλω καφέ
και ο μαλάκας με κοιτούσε και δεν ψήθηκε ποτέ να κάνει ελεύθερη πτώση στην μοβ κούπα μου
«Τι περιμένεις;» τον ρώτησα επιτακτικά
και 2 δεύτερα μετά θυμήθηκα ότι πρέπει να τον χύσω εγώ στην Κούπα
Αξιογάμητος ο Καπουτσίνο, δε λέω!
«Συν Αθηνά και χείρα κίνει» μου ψιθύρισε το Μπρίκι
-όχι το σκυλί μου, το άλλο-

Επιστροφή στο δωμάτιο μου από υδρόχρωμα
που διαφέρει από τα δωμάτια των φίλων μου
-επιμελώς σπατουλαρισμένα και περασμένα με πλαστικό-

Μικρή γκρίνιαζα για το
fade out που έκαναν οι τοίχοι μου με το πέρασμα του καιρού
η μαμά μου πάντα έλεγε ότι το υδρόχρωμα αναπνέει καλύτερα
Μεγαλώνοντας συνειδητοποίησα πόσο βαρετό είναι το πλαστικό
αχ
λείο σαν το δέρμα σου και στιλπνό σαν τα μαλλιά σου
εκνευριστικά τέλειο
Εγώ στο σπίτι μου με υδρόχρωμα
αναπνέω καλύτερα
το ταβάνι προσφέρει μοναδικά ταξίδια
κι ας μην λέει να πέσει να μας πλακώσει με προορισμό το πιο μακρινό εξ αυτών
-
Μικρή χαιρόμουν για το
fade out που έκαναν οι τοίχοι μου με το πέρασμα του καιρού
η μαμά μου πάντα έλεγε ότι είναι και αυτό σημάδι συναισθηματικής ωρίμανσης
Μεγαλώνοντας συνειδητοποίησα πόσο άδικο είχε
αχ
να κάνεις στην μπάντα το εγώ σου για να αγαπήσεις και να αγαμηθείς
επικίνδυνα τέλειο
Εγώ στο σώμα μου χωρίς τοίχους
νιώθω κλειστοφοβία
η περιφερειακή μου όραση δεν λέει να με αφήσει σε ησυχία
κι ας πιστεύω ακόμα στους ανθρώπους

Ανθρώπους που δεν αφήνουν μια ταλαιπωρημένη ψυχή να βρει την ηρεμία που της αναλογεί
γιατί γαμιέστε έτσι, ρε μαλάκες;

1 σχόλιο: